Πεθαίνοντας πολιτικά ορθοί

 

Αν κάτι δείχνει να μην πήγε και τόσο καλά με την απρόσκοπτη πρόσβαση στον δημόσιο λόγο που απέκτησαν σχεδόν οι πάντες μέσω των social media είναι πως αυτός δεν κατάφερε τελικά να παραμείνει και τόσο αδιαμεσολάβητος, αλλά, τόσο όσον αφορά τη μορφή του όσο και το ουσιαστικό του περιεχόμενο, να διαμορφώνεται στο πλαίσιο μιας ιδιότυπης  -και εν πολλοίς αμφίβολης στιβαρότητας- «αρεστότητας», η οποία μάλιστα, στις περισσότερες των περιπτώσεων, δεν αφορά καν την ίδια την όποια τοποθέτηση-άποψη αλλά πρωτίστως το φυσικό πρόσωπο ή την... περσόνα αυτού που τη διατυπώνει. 

Του Παύλου Κιρκασίδη

Και ενώ περιμέναμε, οι πιο... ρομαντικοί και ανυποψίαστοι τουλάχιστον, να προκύψει «επιτέλους» ένας πρωτογενής και πούρος λόγος που, παρά τις όποιες τυχόν ατέλειες και αδυναμίες του για τεκμηρίωση, δεν θα διέπεται από λογικές αλλά κυρίως ηθικές «γνωστών» προβεβλημένων επαγγελματιών της γραφίδας, εκείνων δηλαδή που διαμορφώνουν την «προσωπική» τους άποψη ανάλογα με τα εξωεκδοτικά ιντερέσα ή και τις άμεσες εντολές των αφεντικών τους, κάτι τέτοιο τελικά δεν συνέβη, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό που θα μπορούσε να γεννά σοβαρές προσδοκίες για την πραγματική χειραφέτηση της κοινωνίας που για πρώτη φορά στην ιστορία δείχνει να διαθέτει ένα τόσο ισχυρό όπλο. 

Αντιθέτως, πλην εξαιρέσεων, καθημερινά βλέπουμε χιλιάδες φτηνές ρέπλικες όλων εκείνων που επί χρόνια κατακεραυνώναμε για τις πρακτικές τους, των γνωστών και μη εξαιρετέων δηλαδή μιντιακών «αστέρων» που, έχτισαν καριέρες και περιουσίες με τα μπάζα από τα ερείπια μιας δημοσιογραφίας,  καταφέρνοντας να ταυτίσουν την έννοια της ενημέρωσης ως ζωτικής σημασίας κοινωνική λειτουργία με την αυταπόδεικτη εξαπάτηση, την ακραία αποχαύνωση, την απροκάλυπτη χειραγώγηση. 

Πλήθος δημοσιευμάτων αναρτημένων από απλούς καθημερινούς «κανονικούς» ανθρώπους, τα οποία ωστόσο θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν γραφεί από «πάντως ευπρεπείς» Χατζηνικολάου, ή από «συνετούς και λογικούς» Τσίμες και Μπάμπηδες ή ακόμη και από πολιτικά (βλ. «κομματικά») ώριμους εκπροσώπους κάποιας  κομμουνιστικής Αριστεράς, αφού, παρά το φαινομενικά ριζοσπαστικοποιημένο περιεχόμενό τους, δεν παύουν να υπακούν σε κανόνες μιας πολιτικής ορθότητας που υπηρετεί ό,τι ακριβώς φέρεται να μάχεται δηλαδή την μία και άνωθεν επίσημη «αλήθεια» και να υπονομεύει ό,τι τάχα υπερασπίζεται, την «πραγματικά» ελεύθερη έκφραση που φτάνει πλήρως απαλλαγμένη από κάθε λογής και σκοπιμότητας φίλτρα. Ποια ελευθερία ωστόσο εκτός από ψυχαγωγικά ευχάριστη μπορεί να είναι και χρήσιμη ή «αποτελεσματική» όταν ο ίδιος ο άνθρωπος αδυνατεί να αποτινάξει πρώτα τα δικά του δεσμά που τον θέλουν να προσδιορίζεται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο η εικόνα του ανακλάται μέσα από το πρίσμα μιας ομάδας, όσο καλοπροαίρετη και όσο ανιδιοτελής και αν αυτή είναι;

Όταν ο νέος διαδικτυακός άνθρωπος μαγκώνει το δάχτυλό του στην πόρτα δεν λέει πια «γαμώ το κέρατό μου» ή  κάτι αντίστοιχο που, παρότι «άκομψο» παραπέμπει σε πραγματική ζωή αλλά περιγράφει το περιστατικό «κόσμια» σαν να αφορά κάποιον τρίτο, απαλλαγμένο από κάθε προσωπική εμπλοκή, αποψιλωμένο από οποιοδήποτε πάθος ή οδύνη και φροντίζοντας να κρατήσει τη μέγιστη δυνατή ισορροπία στις λέξεις, θεωρώντας προφανώς πως σε αντίθετη περίπτωση θα έμπαινε σε κίνδυνο η δημόσιά του υπόσταση αν όχι και η ίδια του η αξιοπρέπεια. (...)  

Αναλόγως, όταν στέκεται απεγνωσμένος απέναντι σε ένα άδειο ψυγείο, κατά κανόνα θα επιλέξει να μιλήσει γενικώς για την ανεργία ή για τις εγκληματικές πολιτικές της κυβέρνησης, αποφεύγοντας να βάλει στο κάδρο τον ίδιο του τον εαυτό που ξαφνικά δεν κινδυνεύει πρωτίστως από την πείνα αλλά από το θάμπωμα δημόσιας εικόνας του. Επίσης κατά κανόνα, θα προτιμήσει να κάνει λόγο για «άδικες περικοπές» μισθών ή συντάξεων από το να γράψει δημόσια σε κάποιον πχ. κυβερνητικό αξιωματούχο «τι κάνετε εκεί πέρα ρε καριόληδες, γαμώ τα σπίτια σας»... 

Δεν μάς πειράζει οι λέξεις να είναι νεκρές. Αρκεί να είναι ασφαλείς. 

Πολλοί σίγουρα θα δουν θετικά μια τέτοια «εξέλιξη» κάποιοι μάλιστα ίσως κάνουν λόγο και για έναν νέο...  πολιτικό πολιτισμό όχι όμως και εκείνοι που πίσω από αυτόν τον φαινομενικό συμπεριφορικό μετασχηματισμό, δεν βλέπουν παρά μια βαθιά αφομοίωση του «κανονικού» ανθρώπου από ένα πλέγμα επικοινωνιακών κωδίκων της εξουσίας το οποίο, παρά το ότι λεκτικά και σε συνειδητό επίπεδο αποδοκιμάζεται και απορρίπτεται, στην πραγματικότητα, ως πανίσχυρο μοντέλο που κατάφερε να κυριαρχήσει επί δεκαετίες, δείχνει εξαιρετικά δύσκολο να εκριζωθεί ώστε να πάψει να αποτελεί την πρώτη και μεγαλύτερη τροχοπέδη για την εκκίνηση έστω και της παραμικρής επαναστατικής συζήτησης, πολύ δε περισσότερο και διεργασίας. 

Διότι καμία οργή, όσο μεγάλη και όσο δίκαιη και αν είναι δεν μπορεί να μην κατασιγάσει κάτω από το ασήκωτο βάρος μιας ενοχής που πολύ έξυπνα το σύστημα φόρτωσε στην κοινωνία, μιας ενοχής που ξεκίνησε ως συλλογική για να φτάσει τελικά να έχει το όνομα του καθενός μας. 

Ο λαός γνωρίζει πως έχει δίκιο, τα χίλια δίκια, τα ένα εκατομμύριο δίκαια. Αλλά απλώς το γνωρίζει. Σε επίπεδο καθαρά λογικό. Και η οργή του επίσης, παρότι δεν βρίσκεται σε διόλου λογικά επίπεδα, εν τούτοις και αυτή παραμένει σε επίπεδα λογικής. Γι αυτό και η περίσσεια διαδικτυακής «κοσμιότητας». Για τον ίδιο λόγο και η περίσσεια διαδικτυακής «ευπρέπειας». 

Η σύγκρουση που δεν γίνεται έξω μας, γίνεται τελικά μέσα μας. Και θα βγει έξω μονάχα όταν συνειδητοποιήσουμε πως δεν έχουμε πλέον την παραμικρή υποχρέωση να είμαστε ούτε κόσμιοι, ούτε ευπρεπείς, ούτε καν «νόμιμοι», ακολουθώντας συμπεριφορικούς κανόνες που βρίσκονται έξω από την ίδια την ταξική μας «φύση» και την ταξική μας «μοίρα». Δεν έχουμε την παραμικρή υποχρέωση να διατηρούμε ανοικτούς επικοινωνιακούς διαύλους με τους φυσικούς δολοφόνους μας, στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου πολιτικού πολιτισμού, αναγνωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο πολιτικό χαρακτήρα σε πράξεις όχι απλώς βαρύτατα κολάσιμες αλλά κυριολεκτικά προδοτικές όπως το κουρέλιασμα του Συντάγματος και το ξεπούλημα της χώρας. 

Το Διαδίκτυο ήταν, είναι και θα είναι για πάντα ένα μοναδικό όπλο για την πορεία προς την πραγματική χειραφέτηση των κοινωνιών. Μόνο που δεν πρόκειται ποτέ να λειτουργήσει ως κάτι τέτοιο όσο εμείς το γεμίζουμε με άσφαιρα βλήματα «πολιτικού πολιτισμού» τα οποία μάλιστα μας τα προμήθευσε ο ίδιος εχθρός. Διότι εδώ και χρόνια χρησιμοποιεί άλλα. Κανονικά. Πιο κανονικά δεν γίνεται. (Ή γίνεται;) 


 

Share on Facebook
Share on Twitter
Please reload

δίκτυο

εξεγερμένων

συνειδήσεων

© 2018 by RIPES

*Η συγγραφή και ανάρτηση ειδήσεων και άρθρων

στο site των Ριπών γίνεται εθελοντικά.